• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: prepare, prepared
Ο όρος 'prepared for' παραπέμπει στον όρο 'prepared'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'prepared for' is cross-referenced with 'prepared'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prepare [sth] (for [sth]) vtr ([sth]: make ready) (κάτι (για κάτι))ετοιμάζω, προετοιμάζω ρ μ
 Before you plant seeds, you need to prepare the ground.
 Πριν φυτέψεις τους σπόρους, πρέπει να ετοιμάσεις (or: προετοιμάσεις) το έδαφος.
prepare [sb] (for [sth]) vtr ([sb]: make ready) (κάποιον, κάποιον για κάτι)προετοιμάζω ρ μ
 Nothing could have prepared me for the sight that greeted me when I opened the door.
 Τίποτα δε θα μπορούσε να με προετοιμάσει για το θέαμα που αντίκρυσα μόλις άνοιξα την πόρτα.
prepare [sth] vtr (arrange)ετοιμάζω, προετοιμάζω ρ μ
 She got the board out and prepared the pieces for a game of chess.
 Έβγαλε τη σκακιέρα και ετοίμασε τα πιόνια για μια παρτίδα σκάκι.
prepare [sth] vtr (cook) (μαγειρεύω)ετοιμάζω ρ μ
  φτιάχνω ρ μ
 He prepared a wonderful meal for us.
 Μας ετοίμασε ένα υπέροχο γεύμα.
prepare vi (get ready)ετοιμάζομαι ρ μ αυτοπαθ
 I am coming out soon - I just need a minute to prepare.
 Βγαίνω σε λίγο, χρειάζομαι μόνο ένα λεπτό να ετοιμαστώ.
prepare for [sth] vi + prep (get ready)κάνω ετοιμασίες για κτ περίφρ
 Simon has spent all day preparing for his guests' arrival.
 Ο Σάιμον όλη την ημέρα έκανε ετοιμασίες για την άφιξη των καλεσμένων του.
prepare to do [sth] vi + prep (get ready: to do) (να κάνω κάτι)ετοιμάζομαι ρ μ
 Prepare to be amazed!
 Ετοιμάσου να εκπλαγείς!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prepared adj (ready)προετοιμασμένος μτχ πρκ
  έτοιμος επίθ
  σε ετοιμότητα περίφρ
 The motto of the Scout movement is "Be prepared".
prepared for [sth] adj + prep (ready for)προετοιμασμένος για κτ μτχ πρκ + πρόθ
  έτοιμος για κτ επίθ + πρόθ
 The city wasn't prepared for a disaster of this magnitude.
 Η πόλη δεν ήταν προετοιμασμένη για καταστροφή αυτού του μεγέθους.
prepared for [sth] adj + prep (not surprised by)προετοιμασμένος για κτ μτχ πρκ + πρόθ
 I thought I was prepared for anything, but the vehemence of his response surprised me.
 Νόμιζα πως ήμουν προετοιμασμένος για όλα, αλλά η σφοδρότητα της απάντησής του με εξέπληξε.
prepared to do [sth] expr (willing)έτοιμος να κάνω κτ περίφρ
  που προτίθεται να κάνει κτ περίφρ
 Helen was prepared to help Sally, as long as Sally didn't expect her to do all the work.
 Η Έλεν ήταν έτοιμη να βοηθήσει τη Σάλλυ, αρκεί η Σάλλυ να μην περίμενε από εκείνη να κάνει όλη τη δουλειά.
prepared adj (made earlier)έτοιμος επίθ
  που έχω ετοιμάσει περίφρ
  ήδη προετοιμασμένος περίφρ
 Add the prepared mixture to the other ingredients and heat through.
 Προσθέστε το έτοιμο μείγμα στα υπόλοιπα υλικά και ζεστάνετέ το καλά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
prepare | prepared
ΑγγλικάΕλληνικά
prepare to do [sth] vtr phrasal insep (get ready to)ετοιμάζομαι να κάνω κτ, προετοιμάζομαι να κάνω κτ ρ αμ
 Prepare to die, scum!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
prepare | prepared
ΑγγλικάΕλληνικά
prepare food vtr + n (make [sth] to eat)ετοιμάζω φαγητό, μαγειρεύω ρ μ
  (μεταφορικά)φτιάχνω κάτι να φάω έκφρ
 Why don't you take out the garbage while I prepare the food.
 Γιατί δεν βγάζεις έξω τα σκουπίδια όσο εγώ θα ετοιμάζω φαγητό;
prepare [sth] for use v expr (make ready to be used)ετοιμάζω, προετοιμάζω ρ μ
 I've already prepared my tools for use so as to save time later.
 Έχω ήδη ετοιμάσει τα εργαλεία μου για να κερδίσω χρόνο αργότερα.
prepare samples of [sth] v expr (science: obtain specimens of)παίρνω δείγμα από κτ έκφρ
  πραγματοποιώ δειγματοληψία σε κτ έκφρ
prepare samples of [sth] v expr (obtain examples of)παίρνω δείγμα από κτ έκφρ
prepare the ground v expr figurative (make conditions ready)προετοιμάζω το έδαφος έκφρ
 The economic agreements were used to prepare the ground for full political collaboration.
 Η οικονομική συμφωνία προετοίμασε το έδαφος για πλήρη πολιτική συνεργασία.
prepare the way v expr figurative (make conditions ready)προετοιμάζω το έδαφος έκφρ
 Older children often prepare the way for their younger siblings, who are given more freedom and fewer responsibilities.
 Τα μεγαλύτερα παιδιά συνήθως προετοιμάζουν το έδαφος για τα νεότερα αδέρφια τους, στα οποία δίνεται μεγαλύτερη ελευθερία και λιγότερες ευθύνες.
prepare yourself v expr (get ready)ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι ρ αμ
 I'm all packed for the move, but I still have to prepare myself mentally for the change.
 Έχω μαζέψει τα πράγματά μου για την μετακόμιση αλλά έχω ακόμα να προετοιμαστώ πνευματικά για την αλλαγή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'prepared for' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση prepared for στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «prepared for».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!